Showing posts with label Ιταλία. Show all posts
Showing posts with label Ιταλία. Show all posts

Saturday, July 25, 2026

Ένα road trip στην Ιταλία και στη Σλοβενία

 κείμενο / φωτογραφίες: Μπάμπης Παυλόπουλος / iconstravel photography


Verona, Castelvecchio και Ponte di Castelvecchio


Σλοβενία, τα πάντα σε τάξη, περιβαλλόμενα από πλούσια δάση


Φωτογράφιση άγριας ζωής στη Σλοβενία, καφέ αρκούδα


Ιταλία, Δολομιτικές Άλπεις, Corvara


Ιταλία, Ραβέννα, τα αξεπέραστης αξίας βυζαντινά ψηφιδωτά στον Άγιο Βιτάλιο 


Όταν κάποτε έγραφα για ταξιδιωτικά περιοδικά, θυμάμαι ήταν πολύ δύσκολο να χωρέσεις τις εντυπώσεις ένος ταξιδιού μέσα στον περιορισμένο αριθμό λέξεων που είχαμε στη διαθεσή μας. Τι να βάλεις, τι να αφήσεις. Με το ποστ αυτό, μάλλον θα βγάλω τα σπασμένα! Οπότε πάρτε βαθιά ανάσα.

H αρχική ερώτηση έπεσε πριν από 4 χρόνια. Που αλλού μπορούμε να πάμε λίγες ημέρες διακοπές στην Ελλάδα μετά από 27 χρόνια που ταξιδεύουμε και για την ψυχή μας και για δουλειά; Λόγω της δουλειάς ένας προγραμματισμός από νωρίς ήταν αδύνατος. Άρα θα ήταν κάτι κοντά στην τελευταία στιγμή, άρα λόγω μη διαθεσιμότητας κάτι ακριβό. Επειδή λοιπόν βαρεθήκαμε να πληρώνουμε ακριβά κακές υπηρεσίες και μάλιστα σε μέρη που έχουμε πάει ουκ ολίγες φορές στο καθένα, έπεσε η δεύτερη ερώτηση. Που μπορούμε να φωτογραφίσουμε αρκούδες; Άσχετο; Καθόλου! Σαν φωτογράφοι άγριας ζωής θα ήταν τέλειο να συνδυάσουμε δουλειά και διασκέδαση. Η απάντηση ήταν Ρουμανία και ο τρόπος που προκρίθηκε να πάμε εκεί ήταν το αυτοκίνητο. Όμως για να πας στη Ρουμανία χρειάζεται να περάσεις πρώτα από τη Βουλγαρία. Τότε θυμηθήκαμε ότι μας έχουν μείνει μερικά απωθημένα στη Βουλγαρία που αφορούν την βαλκανική παραδοσιακή αρχιτεκτονική, με τα οποία ήταν η καλύτερή μας ευκαιρία να κλείσουμε τους λογαριασμούς μαζί τους. Το ταξίδι στέφθηκε από απολύτη επιτυχία, πιθανώς όχι τόσο επαγγελματικά, αλλά το υπόλοιπο κομμάτι ήταν πραγματικά υπέροχο με πρωτόγνωρες εμπειρίες και βέβαια πρωτόγνωρους τόπους, αλλά και αρκετές αρκούδες. Αυτό που μας είχε δυσκολέψει αφάνταστα ήταν οι δρόμοι, αφού και στις δύο χώρες, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων οι εθνικές οδοί ήταν άγνωστη έννοια. 

Αποφασίσαμε να ξαναπάμε και την επόμενη χρονιά, φυσικά επισκεπτόμενοι άλλα μέρη στις δύο χώρες και ψάχνοντας αλλού τα επαγγελματικά μας. Και στο δεύτερο ταξίδι περάσαμε πολύ όμορφα, μάλιστα στη Ρουμανία είχαν παραδώσει στο μεταξύ κάποιους εθνικούς δρόμους και ήταν καλύτερα. Ας μην μιλήσουμε για τις αρκούδες, μόνο σε μία ημέρα είδαμε δεκαέξι (16) ζώα. Όμως τα επαγγελματικά δεν είχαν στεφθεί με την επιτυχία που θα θέλαμε, έτσι αποφασίσαμε να αλλάξουμε ρότα. Τα δύο αυτά ταξίδια δεν αποτυπώθηκαν σε κάποιο ποστ όταν έγιναν για διάφορους λόγους, έτσι παρά το ότι θυμόμαστε την κάθε στιγμή και θα μπορούσαμε να το κάνουμε, δεν θα το κάνουμε γιατί πιθανώς πολλά πράγματα φάνηκε ότι αλλάζουν, οπότε πιθανώς θα ήταν και λίγο παραπλανητικό στις μέρες μας, τρία χρόνια αργότερα.

Μετά λοιπόν από δύο συνεχόμενες χρονιές, 2023-2024, στην Βουλγαρία και στην Ρουμανία, λίγο δουλειά, λίγο διακοπές, αποφασίσαμε να εκδράμουμε στην Ιταλία και στη Σλοβενία. Στην Ιταλία για αρχιτεκτονική, κυρίως μεσαιωνική και περπάτημα στις Άλπεις, στη Σλοβενία για τη φύση και την άγρια ζωή, δηλαδή κυρίως τις αρκούδες και πάλι, που συνεχίζουν να αναμειγνύονται με τα επαγγελματικά μας, όπως αρκετά άγρια ζωά και πουλιά.

Οι κρατήσεις έγιναν όλες αρχές Ιουνίου, δηλαδή πολύ αργά και πάλι, αλλά για καλή μας τύχη βρήκαμε καταλύματα σε σχετικά καλές τιμές, ακριβώς εκεί που θέλαμε. Το μόνο που δεν προλάβαμε ήταν καμπίνα στο πλοίο από Ανκόνα για Ηγουμενίτσα, δηλαδή στον γυρισμό. Κλείσαμε και τα τουρ για την φωτογράφιση άγριας ζώη και όλα εντάξει. Αρχές Αυγούστου 2025 ήρθε η ώρα. Το κακό ήταν ότι είχαμε να οδηγήσουμε από Αθήνα στην Ηγουμενίτσα, μία απόσταση πάνω από 4,5 ώρες, πολύ αργή λόγω ορίων ταχύτητας στην Ιονία οδό και πολύ ακριβή λόγω διοδίων. Θα τα πούμε όμως αυτά στη συνέχεια. Φθάσαμε στην Ηγουμενίτσα το απόγευμα, περίπου 2 ώρες πριν φύγει το καράβι. Για να επιβιβαστείς στο καράβι πρέπει να περάσεις από το μεγάλο κτήριο δίπλα στην είδοδο του διεθνούς λιμένα, να τσεκάρεις τα εισιτήρια, διαβατήρια κλπ. Δεν χρειάζεται να πάνε όλοι της παρέας, αρκεί ένας με τα έγγραφα. Οι επιβάτες βγαίνουν από την άλλη πλευρά του κτηρίου στο λιμάνι και πηγαίνουν ποδαράτα στο καράβι, ο οδηγός παίρνει το αυτοκίνητο και μπαίνει από τις πύλες του λιμανιού, δίπλα στο μεγάλο κτήριο. Ένας πρόχειρος έλεγχος και μετά είναι το ίδιο όπως στον Πειραία και στη Ραφήνα ταξιδεύοντας για τα νησιά. Επιβίβαση στο φέρυ, παρκάρεις το αυτοκίνητο υπό τις οδηγίες του πληρώματος σαν σαρδέλα σε κονσέρβα και ανεβαίνεις στο σαλόνι να βρείς τους υπόλοιπους. 

Στο πήγαινε για Ανκόνα είχαμε καμπίνα. Στο καράβι φυσικά υπάρχουν τα πάντα, εστιατόριο, καφές, ποτά, ακόμα και ένα μικρό κατάστημα να ψωνίσεις από αρώματα ως τσάντες και ρούχα. Αν έχετε λεφτά για πέταμα έχει και μίνι καζίνο. Το ταξίδι διαρκεί περίπου 18 με 20 ώρες, οπότε φθάσαμε στην Ανκόνα κατά τις 13:00 την επόμενη ημέρα. Τώρα μερικές συμβουλές για να επιβιώσεις στο καράβι. Αρχικά στο παρκάρισμα ακούς τυφλά τις οδηγίες των λοστρόμων, χωρίς καν να σκέφτεσαι. Εκείνοι χειρίζονται το τιμόνι, εσύ απλά το κρατάς. Αυτό δεν πρέπει να αγχώνει κανέναν, ειδικά αν δεν είναι άσσος στην οδήγηση, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν έχει να κάνει τίποτα. Μόνο ότι του λένε. Αν δεν είστε και πολύ του αιρκοντίσιον, να θυμάστε ότι το καράβι θυμίζει ελαφρά Σιβηρία, πράγμα που συμβαίνει και μέσα στη καμπίνα. Υπάρχει συνήθως τρόπος να μειώσετε την ένταση του αέρα, περιστρέφοντας ένα διακόπτη, αλλά οι πολικές αρκούδες δεν θα φύγουν. Τα κρεβάτια διαθέτουν παπλώματα, όμως μία μπαντάνα στο κεφάλι μου έσωσε τη ζωή εκείνη τη βραδιά. Αν πάλι πιστεύετε ότι είστε οκ με το αιρκοντίσιον, σκεφτείτε το πάλι. Είναι πραγματικά στο τέρμα. Καλό είναι να έχετε μαζί σας κάτι για πρωινό, κρίμα είναι να πληρώνετε χρήματα για σνακ, τα οποία είναι και ακριβά. Το φαγητό στο εστιατόριο αν προσέξεις τι θα πάρεις δεν είναι ιδιαίτερα ακριβό, ενώ δεν το λες και τελείως κακό. Αξίζει όμως ένα γεύμα στο ηλιοβασίλεμα, καθώς ξεκινάει το ταξίδι σας. Φυσικά αν τα οικονομικά είναι στενά, φαγητό από το σπίτι είναι πάντα μία πολύ καλή ιδέα. Άλλωστε σε ένα τέτοιο ταξίδι συνήθως στο τέλος βαριέσαι να τρως στα εστιατόρια. 

Σύμφωνα με το σχέδιο από την Ανκόνα θα ταξιδεύαμε στην Βερόνα. Η έξοδος από το λιμάνι είναι εύκολη, όλοι τον ίδιο δρόμο παίρνουν. Βέβαια από ένα σημείο και μετά πρέπει να ξέρεις που πας. Χρειάζεται όμως προσοχή στις πινακίδες μην μπεις στο κέντρο της πόλης γιατί απαγορεύεται, όπως σε πολλές πόλεις της Ιταλίας, αν όχι σε όλες. Ειδικά αν έχεις παλαιότερο μοντέλο οχήματος. Φυσικά χρησιμοποιήσαμε το GPS, αλλά και ο κλασικός χάρτης είναι πολύ χρήσιμος, αφού ξέρεις ανα πάσα ώρα και στιγμή που βρίσκεσαι. Επίσης, ελέγχοντας τον κλασικό χάρτη συχνά, μπορεί να γλιτώσεις από την πατάτα που το GPS σχεδιάσει να σου σερβίρει κατά την προσφιλή του συνήθεια, όπως να σε πετάξει έξω από την εθνική όδο γιατί βρήκε έναν άλλο δρόμο ένα δευτερόλεπτο πιο σύντομο. Το καλύτερο είναι να έχετε σχεδιάσει από πριν τη διαδρομή, δηλαδή να ξέρετε από ποιές μεγάλες πόλεις περνάει.

Η απόσταση Ανκόνα Βερόνα είναι 363 χλμ, δηλαδή περίπου 3,5 ώρες οδήγησης. Οι ιταλικές εθνικές οδοί είναι υπέροχες. Μπαίνοντας στον αυτοκινητόδρομο υπάρχουν σταθμοί διοδίων, όπου παίρνεις το χαρτάκι που βγαίνει αυτόματα μόλις σταματήσεις πριν τη μπάρα. Αυτό το χαρτάκι θα το βάλεις στο μηχάνημα όταν αφήσεις τον αυτοκινητόδρομο ή θα το δώσεις στον υπάλληλο όταν υπάρχει και θα πληρώσεις ότι σου πουν ή ότι γράφει το αυτόματο μηχάνημα, με κάρτα ή μετρητά. Πολύ απλό σύστημα, χωρίς να σταματάς κάθε δύο λεπτά όπως σε ένα άλλο μέρος που μου ήρθε τυχαία στο μυαλό. Το όριο ταχύτητας είναι 130 χλμ/ώρα. Αλλά, είναι 130 χλμ / ώρα. Όχι μετά από λίγα μέτρα 100 χλμ, μετά 90 χλμ, πιο κάτω 110 χλμ κλπ. Όταν λέμε 130, εννοούμε 130. Ακόμα και μέσα στα τούνελ. Απλά και όμορφα! Φυσικά υπάρχουν κάμερες. Πάντα όμως υπάρχουν προειδοποιητικά σήματα για τις κάμερες. Οι Ιταλοί οδηγούν λίγο σαν αδικημένοι οδηγοί της F1, αλλά πάντα με τάξη και χωρίς να γίνονται επικίνδυνοι. Οπότε αν δεν θέλεις να οδηγήσεις γρήγορα, πιάσε την δεξιά λωρίδα και θα πας με το όριο και πολύ γρήγορα χωρίς να αισθάνεσαι πίεση από κανέναν.

Το ξενοδοχείο που είχαμε κλείσει στη Βερόνα ήταν στα όρια της παλιάς πόλης. Φυσικά όταν αποφασίζεις να μείνεις σε πόλη στην Ευρώπη, συνήθως το κάνεις για να δεις την παλιά πόλη. Το να κλείσεις ξενοδοχείο μέσα στην παλιά πόλη είναι μεγάλο ρίσκο. Δεν ξέρεις αν θα χωράει το αυτοκίνητο να πέρασει στους συνήθως στενούς δρόμους, ενώ υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να χρειαστεί να το ξεφουσκώσεις και να το πάρεις στο δωμάτιο, αφού το πάρκινγκ συνήθως το έχουν δύσκολο σε τέτοια μέρη. Άρα το να βρείς ένα ξενοδοχείο στο όριο είναι η καλύτερη λύση. Συνήθως είναι σύγχρονα κτήρια, με όλες τις ανέσεις, ενώ βέβαια σημαντικό ρόλο στην επιλογή παίζει η ευκολία πρόσβασης με το αυτοκίνητο και η ύπαρξη πάρκινγ. Λίγο μελέτη στο google maps χρειάζεται. Το πάρκινγκ συνήθως πληρώνεται έξτρα, αλλά αξίζει, αφού δεν χολοσκάς που επιτρέπεται το παρκάρισμα και που όχι, ενώ συνήθως δεν επιτρέπεται σχεδόν πουθενά για τον επισκέπτη.

Φθάσαμε λοιπόν το απόγευμα στο ξενοδοχείο, ξεφορτώσαμε και φύγαμε για εξερεύνηση. Ήταν ένα πολύ γλυκό απόγευμα με καλή θερμοκρασία και θεσπέσιο χρυσαφένιο φως. Τριγυρίσαμε λίγο στην παλιά πόλη, πήραμε ωραίες φωτογραφίες στο Castelvecchio (Καστελβέκιο) και αποφασίσαμε να πάμε για φαγητό όσο είχε ακόμα φως. Φυσικά ως γνήσιοι ταξιδευτές, επιλέξαμε το πιο τουριστικό μέρος της πόλης, την πλατεία της Αρένας. Απολαύσαμε το φαγητό μας και το κρασί μας και φύγαμε να συνεχίσουμε την εξερεύνηση, ώστε την επόμενη ημέρα με το φως του ήλιου να έχουμε μία καλύτερη ιδέα της τοπογραφίας της πόλης. Βέβαια επειδή δεν πηγαίνουμε ποτέ αδιάβαστοι, ξέραμε ακριβώς τι μας ενδιαφέρει, σε ποια απόσταση και κατεύθυνση βρίσκεται το κάθε τι, αλλά σίγουρα η πράξη διαφέρει από τη θεωρία. Η πρώτη ψιχάλα δεν άργησε να έρθει, ενώ οι υπόλοιπες ήρθαν πιο γρήγορα και από την πρώτη και μέσα σε έλαχιστα δευτερόλεπτα άνοιξαν οι ουρανοί. Ήταν μακράν η χειρότερη βροχή που έχω δει. Οι δρόμοι έγιναν ποτάμια αδιάβατα, οι θεατές του κονσέρτου στην Αρένα πετάχτηκαν κακήν κακώς έξω μούσκεμα και εμείς εγκλωβιστήκαμε στην είσοδο ενός κτηρίου να κοιτάζουμε τη βροχή να δυναμώνει συνεχώς. Πραγματικά φαινόταν ότι βρισκόμασταν σε αδιέξοδο. Το ξενοδοχείο ήταν σε απόσταση περίπου 20 με 25 λεπτά περπάτημα, φυσικά φορούσαμε καλοκαιρινά ρούχα και η βρόχα έπεφτε ράιτ θρου. Αφήστε που είχαμε μαζί και μέρος του φωτογραφικού εξοπλισμού. Αποφασίσαμε ότι θα την βγάλουμε εκεί στο 1,5 τετραγωνικό μέτρο κάτω από το υπόστεγο για όσες ώρες χρειαστεί. Έχετε παρακολουθήσει ποτέ αρχαία τραγωδία με τον «από μηχανής» θεό να δίνει στο τέλος τη λύση στα ανθρώπινα αδιέξοδα; Εμείς πάντως γίναμε οι πρωταγωνιστές σε μία τέτοια σκηνή. Μέσα από τη βροχή εμφανίζεται Ινδός που πουλάει νιτσεράδες και ομπρέλες. Περνάει από μπροστά μας διαλαλώντας την πραμάτεια του, αλλά έχουμε μείνει τόσο αποσβολωμένοι που έχει πέσει λύση από τον ουρανό που μένουμε άπραγοι και ο Ινδός αρχίζει να απομακρύνεται. Ευτυχώς ξυπνήσαμε πριν χαθεί και βάλαμε τις φωνές σε άπταιστη αγγλο-κάτι γλώσσα, χειρονομώντας σαν τρελοί ώστε να του τραβήξουμε την προσοχή. Ο άνθρωπος της βροχής γύρισε, μας κοίταξε και άρχισε να πλησιάζει ξανά. Νομίζω, δηλαδή τι νομίζω είμαι σίγουρος, ότι ερχόταν σε αργή κίνηση και μάλιστα πρέπει να έπαιζε και μουσική ο σκηνοθέτης. Αγοράσαμε νιτσεράδες και ομπρέλες και φύγαμε τραγουδώντας στη βροχή. Φτάσαμε στο ξενοδοχείο στεγνοί, αλλά τα παπούτσια μας στέγνωσαν τρεις ημέρες μετά. Περιττό να πούμε ότι ενθυμούμενοι τις κραυγές στον Ινδό, σταματήσαμε να γελάμε την άλλη μέρα το μεσημέρι.

Η επόμενη ημέρα ξεκίνησε με βροχή. Μετά το πρωινό αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε, ανεξαρτήτως καιρού, αφού εκείνη την ώρα βρισκόμασταν στη Βερόνα και πιθανώς ποτέ ξανά στη ζωή μας. Για τις επόμενες δύο ώρες έβρεχε και σταματούσε, αλλά αυτή τη φορά είμασταν κατάλληλα εξοπλισμένοι. Μετά τις δύο ώρες σταμάτησε τελείως, το σκηνικό άλλαξε άρδην και μας κατάκαψε ο ήλιος. Δε βαριέσαι όμως μην τα θέλουμε και όλα δικά μας. Στο μεταξύ περπατήσαμε στην πόλη που είναι υπέροχα διατηρημένη και επισκεφθήκαμε δύο βασιλικές, μία ρομανικού και μία γοτθικού ρυθμού. Κατά το μεσημέρι αποφασίσαμε να περάσουμε και από το μπαλκόνι της Ιουλιέτας. Είχαμε περάσει και το προηγούμενο βράδυ πριν αρχίσει η βροχή, αλλά βέβαια το κτήριο ήταν κλειστό. Όμως φαίνεται και από το δρόμο. Η ουρά ήταν μεγαλύτερη και από προσκύνημα στην Ελλάδα, εικόνας που ήρθε από το Άγιον Όρος, οπότε πήραμε μερικές φωτογραφίες πάνω από το πλήθος και εξαφανιστήκαμε. Η όλη υπόθεση είναι λίγο απάτη. Αρχικά ο Σακεσπήρος, γνωστότερος ως Σαίκσπηρ στην αγγλικήν, δεν επισκέφθηκε ποτέ τη Βερόνα, άρα τοποθέτησε τον μύθο του σε ένα φανταστικό μέρος. Φυσικά οι δύο οικογένειες υπήρξαν μόνο μέσα σε αυτόν τον μύθο και όχι στην πραγματικότητα, γεγονότα που δεν εμπόδισαν τη δημοτική αρχή της πόλης να εκμεταλλευτεί το ρομάτζο και να χτίσει ένα μπαλκόνι. Το εν λόγω μπαλκόνι βρίσκεται στην αυλή ενός μεσαιωνικού κτηρίου που αρχικά ήταν πανδοχείο. Αργότερα αγοράστηκε από μία οικογένεια με παρόμοιο όνομα με αυτό που φέρει η Ιουλιέτα στον μύθο, οπότε η ιδέα που κατέβηκε ήταν να τοποθετήσουν την ιστορία σε αυτό το κτήριο. Το ότι δεν υπήρχε αρχικά μπλακόνι ήταν απλά μία μικρή λεπτομέρεια που ξεπεράστηκε στα μέσα του 20ου αιώνα, όταν έχτισαν ένα και το παραμύθι, που είχε βγεί προς πώληση ήδη από τον 18ο αιώνα, συμπληρώθηκε. Όχι εκείνο του Σακεσπήρου, εκείνο της Βερόνας. Από την άλλη η συμβουλή μας είναι αν δεν βαριέστε να περιμένετε στην ουρά πηγαίνετε να το ζήσετε σαν αληθινό, μάλλον αξίζει. Άλλωστε αν δεν θελετε να ανεβείτε και να βγάλετε φωτογραφία στο μπαλκόνι, αλλά απλά να μπείτε στον κήπο και να το δείτε από κοντά, η αναμονή είναι συντομότερη και μπορεί και δωρεάν, δεν θυμόμαστε να πούμε την αλήθεια. Φυσικά έχουμε και σπίτι του Ρομέου, κάπου εκεί κοντά, ένα αρχοντικό που ανήκε σε μία γαλλική οικογένεια. Λίγο ακόμα περιήγηση και αποφασίσαμε να κάνουμε διάλειμμα για φαγητό και ποτό. Τι πότο; Μα στην ιταλία είμαστε, τι άλλο από ένα aperol spritz; Ιταλία, Βερόνα τιμή του συγκεκριμένου κοκταίηλ, 5-6 ευρώ. Ελλάδα, Αθήνα, τιμή του συγκεκριμένου ποτού 10-12 ευρώ. Τα συμπεράσματα του πόσο πολύ και πόσο συχνά μας κλέβουν, δικά σας. Τέλος πάντων, ξεποδαριαστήκαμε κανονικά και καταλήξαμε στην απέναντι όχθη του ποταμού.... να περιμένουμε να ανάψουν τα φώτα στο Castelvecchio να βγάλουμε νυχτερινές φωτογραφίες. Στο ξενοδοχείο φθάσαμε μπουσουλώντας, φυσικά.

Σε μία πόλη σαν τη Verona μπορεί κανείς να τριγυρνά για ημέρες και να βρίσκει ακόμα αξιοθέατα και μνημεία να θαυμάσει και να επισκεφθεί, ειδικά δε αν έχει το δικό μας ενδιαφέρον για την μεσαιωνική, αναγεννησιακή και οχυρωματική αρχιτεκτονική, πρέπει να μείνεις καμιά εβδομάδα. Οπότε πάμε επι τροχάδην να δούμε τα πιο σημαντικά αξιοθέατα της πόλης, σύμφωνα πάντα με τη δική μας οπτική. 

- Η κεντρική πλατεία της παλιάς πόλης είναι η Piazza Bra, ένα μεγάλο μέρος της οποίας καταλαμβάνεται από την ρωμαϊκή αρένα που σώζεται σε εκπληκτική κατάσταση. Η Αρένα χτίστηκε το 30 μΧ και κάθε καλοκαίρι φιλοξενεί ένα φεστιβαλ όπερας και συμφωνικής μουσικής. Η πλατεία είναι πολύ όμορφη, παρά την πολυκοσμία με πολλά μαγαζιά για καφέ και φαγητό.

- Ο καθεδρικός ναός της πόλης, Santa Maria Matricolare ή Duomo di Verona, ρομανογοτθική βασιλική του 12ου αιώνα.

- Η βασιλική του San Zeno Maggiore (Άγιος Ζήνωνας της Βερόνα), 11ος -12ος αιώνας, πολύ σημαντικός ναός, αλλά χρειάζεται λίγο περπάτημα παραπάνω από το κέντρο της παλιάς πόλης.

- Piazza delle Erbe, μία μικρή πλατεία, κοντά στην κεντρική, που περιβάλεται από  μεσαιωνικά κτίσματα, όπως πύργοι, αρχοντικά και το δημαρχείο.

- Torre dei Lamberti, ένας μεσαιωνικός πύργος, 84 μέτρων, που διακρίνεται από όλα σχεδόν τα σημεία της πόλης. Ανεβαίνεις με σκαλιά ή ασανσερ και βέβαια η θέα στη γύρω περιοχή είναι ασυναγώνιστη.

- Το μεσαιωνικό αστικό κάστρο Castelvecchio, σχεδόν στην είσοδο της παλιάς πόλης. Χτίστηκε από την περιβόητη οικογένεια Scaligeri  το 1354-1355. Φυσικά διατηρημένο τέλεια, περιλαμβάνει την γέφυρα Ponte di Castelvecchio πάνω από τον ποταμό Adige (Αδίγης), σύγχρονη του κάστρου. Μην χάσετε ένα περίπατο εκεί ειδικά το απόγευμα. Ο ποταμός Adige ουσιαστικά περικυκλώνει την μεσαιωνική Βερόνα.

- Basilica di Santa Anastasia, ναός γοτθικού ρυθμού που χτίστηκε το 1280 και αποτελεί τη μεγαλύτερη εκκλησία στην πόλη. Έχουμε επισκεφθεί πραγματικά πολλούς γοτθικούς ναούς και έχουμε διαβάσει για ακόμα περισσότερους και μπορούμε να πούμε ότι το μνημείο είναι ένας από τους πιο όμορφους, μιλώντας περισσότερο για τον εσωτερικό χώρο.

- Palazzo del Vescovado ή Palazzo Vescovile, ουσιαστικά το συγκρότημα της Επισκοπής Βερόνας, δίπλα στο καθεδρικό ναό. Η σημερινή μορφή του οφείλεται στην ριζική αναγέννηση του 1172. Δεν είναι επισκέψιμο, αλλά αξίζει να το δείτε απέξω.


Verona, κάστρο Castelvecchio


Verona, στην Ponte de Castelvecchio το απόγευμα


Verona, Santa Maria Matricolare, λεπτομέρεια από το εσωτερικό του ναού


Verona, Santa Maria Matricolare, άποψη του εσωτερικού προς την κόγχη


Verona, Santa Maria Matricolare, λεπτομέρεια από το εσωτερικό του ναού


Verona, Basilica di Santa Anastasia, άποψη του εσωτερικού χώρου


Verona, Basilica di Santa Anastasia, άποψη του εσωτερικού χώρου


Verona, εξερευνώντας την πόλη


Verona, Santa Maria Matricolare, η δυτική πύλη


Verona, Santa Maria Matricolare, λεπτομέρεια της πρόσοψης


Verona, Santa Maria Matricolare, δυτική άποψη


Verona, Palazzo del Vescovado, το κτηριακό συγκρότημα της επισκοπής


Verona, Piazza delle Erbe, 
η πλατεία περιτριγυρίζεται από μεσαιωνικά αρχοντικά και πύργους


Verona, μεσαιωνικό αρχοντικό στην Piazza delle Erbe


Verona, Piazza dei Signori, Loggia del Consiglio


Verona, Piazza dei Signori, Palazzo del Governo


 Verona, το υποτιθέμενο μπαλκόνι της Ιουλιέτας


 Verona, η ρωμαϊκή Αρένα


 Verona, Castelvecchio, νότια άποψη


 Verona, Basilica di Santa Anastasia, δυτική άποψη


 Verona, Basilica di Santa Anastasia, λεπτομέρεια της δυτικής όψης


 Verona, San Zeno Maggiore, άποψη από την εσωτερική αυλή


 Verona, San Zeno Maggiore, λεπτομέρεια από την εσωτερική αυλή


 Verona, Ponte di Castelvecchio


 Verona, Ponte di Castelvecchio, νυχτερινή άποψη


 Verona, μπαίνοντας στην Ponte di Castelvecchio, νυχτερινή άποψη


 Verona, Castelvecchio


 Verona, Castelvecchio και Ponte di Castelvecchio, στον ποταμό Adige

Την επόμενη ημέρα είμασταν και πάλι στην εθνική οδό. Προορισμός η Σλοβενία. Ξέρετε για εμάς τους ελαφρώς σιτεμένους, όλες αυτές οι χώρες του πρώην ανατολικού μπλόκ, αυτόνομες ή κάποτε τμήματα μεγαλύτερων χωρών, είναι λίγο μυθικές. Μεγαλώσαμε ξέροντας ότι μάλλον δεν θα τις δούμε ποτέ, ενώ από την άλλη το εγχώριο παραμύθι για το τι συμβαίνει εκεί, καλά κρατούσε. Και τώρα βρισκόμασταν στο δρόμο για μία ακόμα από αυτές τις χώρες. Το ίδιο συναίσθημα είχαμε και στη Βουλγαρία όταν πρωτοπήγαμε, αλλά και στη Ρουμανία τις προηγούμενες χρονιές.

Η είσοδος στην Σλοβενία γίνεται όπως και σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης από μία αντίστοιχη, δηλαδή χωρίς να το καταλάβεις. Έχουν μείνει μερικές σιδεριές στα σύνορα που θυμίζουν τους πάλαι ποτέ συνοριακούς ελέγχους. Για να κυκλοφορήσεις στους εθνικούς δρόμους της χώρας χρειάζεται να αγοράσεις βινιέτα. Τι είναι η βινιέτα; Είναι μία κάρτα, πλέον και ψηφιακή που αγοράζεις στην είσοδο της χώρας και ισχύει για μία εβδομάδα ή για ένα μήνα. Η τιμή για μία εβδομάδα ήταν 16 ευρώ. Το ίδιο απαιτείται και στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία. Σταματήσαμε αμέσως μετά τα σύνορα δεξιά στο πρώτο μαγαζί, κάτι σαν rest area, να αγοράσουμε τη βινιέτα. Από την πρώτη στιγμή που μπήκαμε στη χώρα, δηλαδή λίγα χλμ πριν, είχα την αίσθηση ότι κάτι διαφορετικό τρέχει. Όταν άνοιξα την πόρτα του αυτοκινήτου και κοίταξα έξω και κάτω, σκέφθηκα... να πατήσω ή θα τους λερώσω;. Η Σλοβενία είναι μία χώρα όχι απλώς καθαρή ή πεντακάθαρη, αλλά σφουγγαρισμένη. Για τη Ρουμανία είχαμε πει ότι είναι σκουπισμένη, καθώς είδαμε να σκουπίζουν τα ρήθρα των επαρχιακών δρόμων, αλλά η Σλοβενία είναι σφουγγαρισμένη. Παντού κυριαρχεί η τάξη. Τα περισσότερα χωριά είναι πανέμορφα, ενώ όλα είναι ιδιαίτερα περιποιημένα. Τα σπίτια είναι κουκλίστικα με κήπους που ζηλεύεις και όλα μοιάζουν σα να τελειώσαν οι εργασίες χθές και είναι έτοιμα για τη φωτογράφιση. Φυσικά δεν υπάρχουν πουθενά εγκαταλειμμένα αντικείμενα ή άλλες εστίες μόλυνσης και κακογουστιάς, όπως πχ σε μία χώρα που μου έρχεται πρόχειρα στο μυαλό, γνωστή στους κατοίκους της και ως «η ομορφότερη χώρα του κόσμου». Κάτι άλλο που αξίζει να σημειώσουμε είναι ότι οι κήποι δεν είχαν φράχτες. Φυσικά το να δεις βανδαλισμένη πινακίδα, όπως βέβαια σε όλες τις χώρες, εκτός από μία που πάλι θυμήθηκα πρόχειρα, είναι απλώς αστείο.

Αν σου αρέσουν τα δάση τότε η Σλοβενία είναι η χώρα που πρέπει να επισκεφθείς. Είναι παντού, καταλαμβάνοντας ένα συντριπτικό ποσοστό του γενικά ορεινού ανάγλυφου της χώρας. Κυκλοφορήσαμε πολύ μέσα στο δάσος και σε σημεία που τα επισκέπτεται κόσμος και φυσικά εκτός από την άριστη κατάσταση που συναντήσαμε δεν υπήρχε ούτε το παραμικρό σκουπιδάκι. Αφήστε τις δράσεις για την υποστήριξη της άγριας ζωής!

Στη Σλοβενία δεν παρκάρεις πουθενά. Αλήθεια, είναι ελάχιστα τα σημεία που μπορείς να σταματήσεις στους επαρχιακούς δρόμους και όσα υπάρχουν, μάλλον είναι παράνομη η στάση. Επίσης το ίδιο ισχύει και στους οικισμούς. Οι κάτοικοι βέβαια παρκάρουν σε συγκεκριμένους ιδιωτικούς χωρούς. Οκ, μπορεί να ακούγεται λίγο ως υπερβολή, αλλά καλύτερα να το έχετε στο νού σας έτσι. Φυσικά δεν τρέχεις ποτέ πάνω από το όριο, καθώς οι κάμερες καραδοκούν. Οι Σλοβένοι το κάνουν, αλλά αυτοί ξέρουν που βρίσκονται οι κάμερες. Εκείνο που πραγματικά δεν μας άρεσε, ήταν το γεγονός ότι στις εθνικές οδούς στα rest areas πρέπει να πληρώσεις για να χρησιμοποιήσεις την τουαλέτα. 

Ο προορισμός μας στη Σλοβενία ήταν το Kocevje (Κοτσέβγιε), στην νοτιονανατολική χώρα. Η απόσταση από τη Βερόνα είναι περίπου 4,5 ώρες. Είχαμε όμως τη φαεινή ιδέα να κατευθυνθούμε αρχικά προς τη λίμνη Bled, δηλαδή βόρεια και μετά να πάμε στο Kocevje, όπου είχαμε κλείσει ξενοδοχείο. Εκτός του ότι αποδείχθηκε μακριά καθώς είμασταν ολόκληρη την ημέρα στο δρόμο, από την άλλη είχε πολύ κόσμο, τόπος διακοπών γαρ για τους Σλοβένους και αναγκαστήκαμε λόγω του μποτιλιαρίσματος να παρκάρουμε μακριά. Περπατήσαμε ως την ακρολιμνιά, σκαρφαλώνοντας έναν λόφο μέσα από τον οικισμό, ρίξαμε μια ματιά στη λίμνη, αποφασίσαμε ότι πλησιάζοντας στο παραλίμνιο χωριό έπρεπε να πάμε αριστερά αντί για δεξιά και γυρίσαμε στο αυτοκίνητο. Η λίμνη Bled είναι ένα όμορφο μέρος. Μία ορεινή λίμνη ανάμεσα σε βουνοκορφές με ένα νησάκι στη μέση, το οποίο έχει καταληφθεί από ένα κάστρο. Ένα ακόμα κάστρο υψώνεται σε βραχώδες έξαρμα στην ακτή της λίμνης δίπλα στον ομώνυμο οικισμό. Το τοπίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και παραμυθένιο, αλλά λόγω της πολυκοσμίας, της περιορισμένης ώρας που είχαμε στη διαθεσή μας, της κούρασης και των χιλιομέτρων που είχαμε να κάνουμε μετά, δεν το ευχαριστηθήκαμε το μέρος και μάλλον μετανοιώσαμε για το ότι πήγαμε. Όμως είναι εκείνη η παρόρμηση του ταξιδιώτη, να δει όσο περισσότερα πράγματα μπορεί μέσα στον ούτως ή άλλως περιορισμένο χρόνο ένος ταξιδιού. Τέλος πάντων, κάποια στιγμή φθάσαμε στο ξενοδοχείο και ως συνήθως, τίποτα από τα προηγούμενα δεν είχε πια μεγάλη σημασία. Το ξενοδοχείο ήταν ένα ωραίο κτήριο των αρχών του 20ου αιώνα με κήπο και πάρκινγκ. Το αιώνιο πρόβλημα που έχουμε στο εξωτερικό, δηλαδή τι ώρες είναι ανοιχτά τα εστιατόρια, οι οποίες ποτέ δεν συμπίπτουν με την ώρα που θέλουμε να φάμε, μετατέθηκε για την επόμενη ημέρα. Είχαμε φροντίσει να φάμε στην εθνική οδό. Το φαγητό δεν ήταν κακό. Άλλωστε τα μαγαζιά που σερβίρουν φαγητό στις εθνικές οδούς είναι πάντα μία ασφαλή λύση στο εξωτερικό όταν αρχίζει και μυρίζει η υποψία ότι θα μείνεις νηστικός και θα τη βγάλεις με τα τρίμματα των μπισκότων που έμειναν στον πάτο της συσκευασίας. Αυτό βέβαια, αν βγαίνοντας στο εξωτερικό το φαγητό δεν αποτελεί προτεραιότητα του ταξιδιού. Δεν είναι άσχημο να μπορείς να έχεις ένα όμορφο δείπνο την ώρα του δειλινού, αλλά όταν προτιμάς να δεις όσο περισσότερα μπορείς από τον τόπο που επισκέφθηκες, συχνά το φαγητό περνά σε δεύτερη μοίρα και γίνεται ως και ένα αναγκαστικό διάλειμμα.

Το Κocevje έχει μία όμορφη λίμνη, ενώ και το κομμάτι της πόλης γύρω από τον καθεδρικό ναό δεν είναι άσχημο. Στη λίμνη μπορείς να κολυμπήσεις αν θέλεις, πράγμα που δεν κάναμε. Αν θέλαμε κολύμπι καθόμασταν στην Ελλάδα και πηγαίναμε στη Μάνη. Όμως το μαγαζί στην όχθη ήταν πολύ όμορφο με υπέροχη θέα στη γύρω περιοχή και βέβαια στη λίμνη. Ακόμα υπάρχει ένα κέντρο ενημέρωσης με πολύ κατατοπιστικά φυλλάδια για την περιοχή, για δραστηριότητες που μπορούσες να κάνεις και για τουρ που μπορούσες να κλείσεις. Τα περισσότερα από αυτά περίλαμβαναν περπάτημα στη φύση, ενοικίαση βάρκας για βαρκάδα στη λίμνη  και εκδρομές στο δάσος. Στις τελευταίες πάντα άφηναν να αιωρείται η υποψία ότι μπορεί να δεις αρκούδες. Εμείς βρήκαμε και κάναμε ένα ωραίο περπάτημα σε ένα δασωμένο και σκιερό μονοπάτι, γνωστό ως το «μονοπάτι του λύγκα», ουσιαστικά φτιαγμένο για την ευαισθητοποίηση του κόσμου απέναντι στην άγρια ζωή και συγκεκριμένα στον ευρασιατικό λύγκα, τον οποίο προσπαθούν να επανεισάγουν στη Σλοβενία, φέρνοντας κάποια ζώα από τα ρουμανικά Καρπάθια, όπου αφθονεί. Τα αυτόχθονα ζώα που έχουν απομείνει είναι ελάχιστα. Σε όλο το μήκος του μονοπατιού υπήρχαν σχέδια και κειμενάκια για τη ζωή του λύγκα, διανθισμένα με κάποια παιχνίδια για τα παιδάκια. Ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον, μέσα σε ένα ονειρικό τοπίο. 

Τα τρία απογεύματα που παραμείναμε στην περιοχή ήταν καπαρωμένα φυσικά από τουρ φωτογράφισης άγριας ζωής και συγκεκριμένα αρκούδων. Εδώ άλλωστε μπαίνουν τα επαγγελματικά μας. Η ασφαλή φωτογράφιση αρκούδων, τόσο για τους φωτογράφους όσο και για τα ζώα γίνεται φυσικά από ξύλινες καμπίνες, γνωστές και ως hide, όπου φθάνεις περπατώντας με απόλυτη ησυχία, είσερχεσαι και παραμένεις εκεί κάποιες ώρες, επίσης με απόλυτη ησυχία, περιμένοντας να εμφανιστεί τουλάχιστον μία αρκούδα. Η περίπτωση να δει κάποιος αρκούδα και εκτός hide δεν πρέπει να αποκλειστεί. Εννοείται ότι η επιτυχία του τουρ δεν είναι εγγυημένη, αφού κανένας δεν είχε, δεν έχει και δεν θα έχει ποτέ ραντεβού με την άγρια ζωή. Εμείς σταθήκαμε τυχεροί και είδαμε τρεις αρκούδες. Όμως είχαμε και δύο εμπειρίες, εκ των οποίων η μία θα μπορούσε να βγει πολύ εύκολα εκτός ελέγχου και η δεύτερη να χαρακτηριστεί απλώς φοβιστική, αφού τουλάχιστον στη θεωρία φαινόταν δύσκολο να ξεφύγουν τα πράγματα. Με λίγα λόγια στην πρώτη περίπτωση μας κόπηκε το αίμα και όταν το αίμα παραμένει κομμένο για περίπου δεκαπέντε λεπτά, είναι μάλλον κάτι που δεν θα ξεχάσεις ποτέ.

Καθόμασταν λοιπόν ωραία και καλά το δεύτερο απόγευμα στην καμπίνα, σιωπηλοί και περιμέναμε να εμφανιστεί ένα ζώο. Ξαφνικά ακούμε στο πίσω μέρος της καμπίνας ένα θόρυβο σαν κάτι μεγάλο να έξυνε με τα νύχια του το ξύλο, δίπλα από την πόρτα. Από μεγάλα το δάσος διέθετε ελάφια, πράγμα αδύνατο και αρκούδες. Παράθυρο δεν υπήρχε στο πίσω μέρος όποτε δεν μπορούσαμε να δούμε τι ήταν. Φυσικά κατάπιαμε τη γλώσσα μας, ενώ ακαριαία μία σκέψη καρφώθηκε στο μυαλό μου. Είχα κλείσει καλά τον σύρτη που κρατούσε την πόρτα της καμπίνας κλειστή όταν μπήκαμε μέσα; Ο σύρτης έκλεινε από μέσα φυσικά. Στο μυαλό μου άρχισε να περνά όλη η σκηνή από τη στιγμή που πλησιάσαμε την καμπίνα, το πως μπήκαμε μέσα και ναι, είχα κλείσει τον σύρτη και μάλιστα είχα προσέξει αν έχει εφαρμόσει σωστά. Βέβαια θα μπορούσα να το έχω διαπιστώσει απλά γυρίζοντας το κεφάλι μου, ο χώρος ήταν μικρός, αλλά κάτι το ότι ήταν σκοτεινά, κάτι το κομμένο αίμα που λέγαμε, προφανώς προτίμησα να μείνω ακίνητος. Δεν θυμάμαι. Η επόμενη σκέψη ήταν γιατί μία αρκούδα να το κάνει αυτό, ενώ τα ξυσίματα στο ξύλο δυνάμωναν. Ούτε φαγητά είχαμε μαζί να τα μυρίσει, απαγορεύεται κάτι τέτοιο δια ροπάλου και γενικά φοβάται τον άνθρωπο ή τουλάχιστον προτιμά να μην τον πλησιάσει χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Απάντηση φυσικά δεν είχα, οπότε άρχισα να σκέφτομαι κάτι ακόμα χειρότερο. Ο σύρτης ήταν κλειστός, αλλά αν αποφάσιζε να σπρώξει την πόρτα, προφανώς θα την έριχνε και θα βρισκόμασταν όλοι μαζί εγκλωβισμένοι σε έναν ιδιαίτερα περιορισμένο χώρο. Η ανάγκη να βρω ένα σχέδιο αντιμετώπισης αν συνέβαινε κάτι τέτοιο ήταν επιτακτική, όσο και να ήξερα ότι μάλλον δεν θα δούλευε τίποτα. Το μόνο τελικά που κάταφερα να σκεφτώ ήταν ότι αν άνοιγε η πόρτα να έβαζα τους υπόλοιπους πίσω μου και θα σήκωνα μπροστά μας την φαρδιά καρέκλα γραφείου που καθόμουν. Αμφίβολης ως μηδενικής αποτελεσματικότητας σχέδιο, αλλά τουλάχιστον δεν είχα μείνει με σταυρωμένα τα χέρια, κάτι που με έκανε να αισθάνομαι καλύτερα. Αν κάποιος πιστεύει ότι θα είχε καμιά καλύτερη ιδέα, ας την γράψει στα σχόλια να την έχουμε υπόψη μας. Τελικά μετά από περίπου δεκαπέντε λεπτά, ακούσαμε βαριά βήματα πάνω στα ξερά φύλλα που απομακρύνονταν. Περιμέναμε λίγο με τα αυτιά τεντωμένα και ανακοινώσαμε λήξη συναγερμού. Βγήκαμε από το hide μετά από σχεδόν δύο ώρες. Έχοντας περάσει δύο ώρες μέσα στην ησυχία αφού άλλο ζώο δεν εμφανίστηκε ούτε μπροστά από την καμπίνα ούτε πίσω, άρχισα να πιστεύω ότι μπορεί και να τα φαντάστηκα όλα αυτά ή τουλάχιστον το εύρος στο οποία συνέβησαν. Πρώτη δουλειά βγαίνοντας ήταν να ελέγξω το ξύλο εκεί που ακούγαμε τον θόρυβο. Είχε κάτι ωραιότατες και μακριές γρατζουνιές, εμφανέστατα από νύχια αρκούδας. Αλήθεια τα έχετε δει πόσα είναι και με πόση ικανότητα τα χειρίζονται; Δεν ξέρω γιατί, πιθανώς λόγω της σούπας που είχε αντικαταστήσει τον εγκέφαλό μου, υπέθεσα ότι οι γρατζουνιές μπορεί  και να βρίσκονταν εκεί από πριν. Το σίγουρο είναι ότι δεν φωτογράφισα τα σημάδια. Το συμβάν ουσιαστικά είχε αποσιωπηθεί όλη αυτή την ώρα. Αναφέρθηκε ξανά στην ασφάλεια του εστιατορίου αργότερα. Είπαμε για τις γρατζουνιές που είχαμε δει όλοι και αρχίσαμε να αναρωτιώμαστε αν όντως υπήρχαν από πριν. Τότε θυμηθήκαμε ότι υπάρχει βίντεο από την είσοδό μας στο hide. Το εν λόγω βίντεο έδειξε ξεκάθαρα ότι την ώρα που φθάσαμε, το ξύλο δεν έφερε γρατζουνιές!

Η δεύτερη περίπτωση που είχαμε ήταν την τρίτη ημέρα. Λίγο πριν έρθει ο υπεύθυνος του hide να μας μαζέψει εμφανίζεται αρκούδα, ένα νεαρό αρσενικό. Αρχίζουμε να φωτογραφίζουμε παρά το ότι είχε σχεδόν σκοτεινιάσει και ξαφνικά ακούμε παλαμάκια. Ήταν ο άνθρωπος του hide που κατέβαινε την πλαγιά χωρίς αρχικά να έχει ελέγξει τις κάμερες αν υπήρχε ζώο στην περιοχή. Φάουλ για τον ίδιο, φάουλ και για τους πελάτες, δηλαδή εμάς, αφού μας έδιωξε την αρκούδα για την οποία είχαμε πληρώσει. Τα παλαμάκια ήταν για να διώξει την αρκούδα. Η αρκούδα απομακρύνθηκε στη θέα του και στον θόρυβο που έκανε, αλλά δεν πήγε μακριά. Απλά κρύφτηκε στους θάμνους. Αλλά εμείς δεν το ξέραμε αυτό. Έτσι την ώρα που αρχίσαμε να ανεβαίνουμε το μονοπάτι στη πλαγιά φορτωμένοι με τον εξοπλισμό, το ζώο ήταν από πίσω μας, προφανώς παρακινούμενο από κάτι που του είχε εξάψει την περιέργεια. Τέλος πάντων, δεν συνέβη τίποτα άλλο, φθάσαμε στο αυτοκίνητο, επιβιβαστήκαμε και πήγαμε για φαγητό.

Νομίζω όμως ότι εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε κάτι. Είπαμε ότι περπατάμε για το hide με απόλυτη ησυχία. Αυτό το κάνουμε γιατί πάμε να βρούμε αρκούδες, οπότε δεν θα θέλαμε να τις τρομάξουμε. Αυτό όμως ενέχει τον κίνδυνο να ξαφνιάσουμε κάποια. Το πως μπορεί να αντιδράσει το ζώο σε αυτή την περίπτωση δεν είναι προβλέψιμο. Οπότε θέλει ιδιαίτερη προσοχή και κάποιον μαζί που υποτίθεται ότι ξέρει τι να κάνει. Όταν όμως περπατάμε στο δάσος και γνωρίζουμε, όπως στη Σλοβενία, ότι έχει πολλές αρκούδες γύρω γύρω, κάνουμε ακριβώς το αντίθετο. Μιλάμε δυνατά, τραγουδάμε και αν έχουμε και καμία σφυρίχτρα, χρήσιμη είναι. Με τον τρόπο αυτό προειδοποιούμε το ζώο ότι είμαστε κοντά του, δίνοντάς του τον χρόνο να απομακρυνθεί, καθώς όπως ήδη είπαμε γενικά δεν τους αρέσει και πολύ η παρέα μας. Ο σκύλος είναι καλύτερα να μείνει μακριά από το δάσος, αλλά αν τον έχουμε μαζί, αυστηρότατα με λουρί. Γνωρίζουμε τουλάχιστον δύο περιπτώσεις που λόγω ελεύθερου σκύλου σημειώθηκε ατύχημα, το ένα τραγικό.

Τα τουρ φωτογράφισης άγριας ζωής τελείωσαν την επόμενη ημέρα σε διαφορετική περιοχή. Ήταν ένα θαυμάσιο απόγευμα, με τον ήλιο γέρνωντας να βάφει χρυσό το ξέφωτο που βρισκόμασταν στην άκρη του δάσους. Πήραμε μερικές από τις καλύτερες φωτογραφίες άγριας ζωής που έχουμε πάρει ποτέ.

Το πρόβλημα που είχαμε στη Σλοβενία είναι ότι οι κουζίνες στα εστιατόρια κλείνουν στις 9:00 και στις 10:00 έχουν κλείσει τελείως και τα εστιατόρια. Εμείς τελειώναμε αργά από τη φωτογράφιση, είχαμε και γύρω στη μισή ώρα δρόμο μετά. Έτσι το ένα βράδυ προκειμένου να μην έχουμε και το άγχος ότι θα μείνουμε νηστικοί, είχαμε ψωνίσει έτοιμα φαγητά από το σούπερ μάρκετ το πρωί και τα άλλα δύο βράδια, είχαμε περάσει από νωρίς από το εστιατόριο και τους παρακαλέσαμε να μας περιμένουν, με την υπόσχεση ότι δεν θα αργούσαμε υπερβολικά. Την τέταρτη ημέρα είχαμε αλλάξει περιοχή και ξενοδοχείο, μετακομίζοντας κοντά στην Postojna (Ποστόινα). Το νέο ξενοδοχείο είχε δικό του εστιατόριο και είχαμε παραγγείλει εκεί φαγητό. Έτσι όταν γυρίσαμε το δείπνο μας περίμενε σερβιρισμένο στο δωμάτιο.

Την επόμενη ημέρα θα φεύγαμε για Δολομίτες. Οι Δολομιτικές Άλπεις βρίσκονται στην Ιταλία και η περιοχή είναι γνωστή ως νότιο Τιρόλο. Όμως το πρωί είχαμε χρόνο, οπότε είπαμε να επισκεφθούμε το μοναδικό ουσιαστικά αξιοθέατο, με τη στενή έννοια του όρου, που είχαμε ανακαλύψει στη Σλοβενία. Το σπήλαιο της Postojna. Προφανώς ήταν όλη η Ευρώπη και η μισή Ασία εκεί. Το πάρκινγ ευτυχώς είναι τεράστιο και βρήκαμε θέση, αλλά με τόσο κόσμο δεν θα ήταν απίθανο να μη βρούμε. Πρίν την είσοδο του σπηλαίου υπάρχουν πολλά εστιατόρια, καφετέριες και σουνενιρομάγαζα, καθώς και ένα τεράστιο ξενοδοχείο. Η είσοδος στο σπήλαιο γίνεται οργανωμένα κατά γκρουπ και βέβαια αγοράζεις το εισιτήριο για συγκεκριμένη ώρα. Τώρα περι του σπηλαίου. Λέγοντας σπήλαιο μη φανταστεί κάποιος πχ το σπήλαιο των Λιμνών κοντά στα Καλάβρυτα ή το σπήλαιο της Παιανίας στην Αττική. Αυτό ήταν τεράστιο. Όταν όμως λέμε τεράστιο, εννούμε τεράστιο, αχανές. Αρκεί να πούμε ότι η μετακίνηση εντός γίνεται με... τρένο! Βεβαίως υπάρχουν στάσεις που αφήνεις το τρένο και ξαναεπιβιβάζεσαι. Στα διάφορα αυτά σημεία υπάρχουν ξεναγοί που σου εξηγούν τη γεωλογική ιστορία του σπηλαίου. Αν με ρωτάτε αν άξιζε η επίσκεψη, θα έλεγα μάλλον όχι. Το μόνο που μου άρεσε ήταν το τρενάκι. Οκ ναι, είναι αχανές. Αλλά αν είσαι Έλληνας και έχεις επισκεφθεί δύο τρία σπήλαια στην Ελλάδα, όπως το σπήλαιο του Διρού στη Μάνη, μάλλον το σπήλαιο της Postojna θα σε αφήσει παγερά αδιάφορο. Βέβαια μπορεί η τελική εντύπωση να επηρεάζεται και από το γεγονός ότι φθάσαμε στις Άλπεις πολύ αργά και αν δεν τρώγαμε στο δρόμο σε ένα πολύ όμορφο μικρό εστιατόριο στη σκιά των Δολομιτικών κορυφών, θα μέναμε νηστικοί. Είπαμε, το φαγητό στο εξωτερικό είναι πάντα ένα πρόβλημα για εμάς, αφού ποτέ δεν συμφωνούν οι ώρες μας με τις τοπικές κουζίνες. Από την άλλη, μόνο στην Ελλάδα μπορείς να παραγγείλεις φαγητό σχεδόν ότι ώρα σου αρέσει. Ε, ας έχουμε και εμείς κάτι καλό.

Το σπήλαιο ανακαλύφθηκε το 1818 και αποτελεί το μεγαλύτερο της Ευρώπης. Αν αποφασίσετε να το επισκεφθείτε, όση ζέστη και να κάνει έξω, πάρτε ζακέτα. Προσοχή, δεν είναι αστείο, η θερμοκρασία μέσα είναι 10ο C και όλοι βγαίνουν παγωτά.

Κοντά στο σπήλαιο βρίσκεται και το μεσαιωνικό κάστρο Predjama, του οποίου το μεγαλύτερο μέρος βρίσκεται στο σπήλαιο πίσω από την εξωτερική κατασκευή. Είναι ενδιαφέρον και πιθανώς λίγο μοναδικό, οπότε θα άξιζε μία επίσκεψη. Θα πληρώσετε και εδώ πάρκινγκ. Μετά από περίπου 180 μεσαιωνικά κάστρα που έχουμε επισκεφθεί και τον περιορισμένο χρόνο που είχαμε στη διαθεσή μας, ρίξαμε απλώς μία ματιά, κάναμε αναστροφή και φύγαμε.

Η Σλοβενία γενικά μας άφησε πολύ καλή εντύπωση. Το ίδιο και οι Σλοβένοι που ήταν ιδιαίτερα ευγενικοί, εξυπηρετικοί και χαμογελαστοί ακόμα και σε μη τουριστικά μέρη, οπότε το πιθανότερο η ευγένεια δεν ήταν προσποιητή. Ακόμα και η τροχαία που μας σταμάτησε για τυχαίο έλεγχο. Ένα πολύ μεγάλο ποσοστό μιλάει αγγλικά. Η βενζίνη κόστιζε κάτω από 1.50 (πριν τον πόλεμο στον κόλπο θυμίζουμε), δηλαδή αισθητά φθηνότερη από την Ελλάδα (προφανώς λόγω των πετρελαιοπηγών τους  ), ενώ το φαγητό στα εστιατόρια ήταν ακριβότερο από τις μέσες τιμές στην Ελλάδα. Πάντως τα περισσότερα προϊόντα ήταν άρκετά φθηνότερα από την Ελλάδα. Ο καθαρός βασικός μισθός τους είναι κάτι λιγότερο από 1000.00 ευρώ.

Μπορεί να μην έχει πολλά αξιοθέατα να δεις, ειδικά αν δεν σε ενδιαφέρουν οι αρκούδες, αλλά πραγματικά είναι μία χώρα που αξίζει να επισκεφθεί κανείς έστω και για λίγες ημέρες. Ειδικά εμείς οι Έλληνες έχουμε να δούμε πολλά πράγματα για το πως είναι ένα πραγματικό κράτος που σέβεται τον εαυτό του και τους πολίτες του, αλλά και πως οι πολίτες σέβονται ο ένας τον άλλο. Γνωρίζουμε βέβαια πως ελάχιστοι θα κατανοήσουν τι λέμε. Αν δεν ήταν έτσι δεν θα ανεχόμαστε αυτή την ασχήμια στην οποία μας έχουν επιβάλλει να ζούμε και πολλά πράγματα θα ήταν καλύτερα. Τέλος πάντων... συνεχίζουμε.










Σλοβενία, συναντώντας και φωτογραφίζοντας τις καφέ αρκούδες


Σλοβενία, λίμνη Bled


Σλοβενία, Kocevje, το ξενοδοχείο που μέναμε


Σλοβενία, η λίμνη στο Kocevje


Σλοβενία, πυκνά δάση παντού


Σλοβενία, Kocevje


Σλοβενία, Kostel


Σλοβενία, τοπία που ξεκουράζουν το μάτι


Σλοβενία, φωλιά πελαργών κάτω από το φεγγαρόφωτο, 
στο πάρκινγκ του ξενοδοχείου στην περιοχή της Postojna, φωτο με το τηλέφωνο,
είμασταν τόσο κουρασμένοι που δεν πήγαμε να φέρουμε την κάμερα


Σλοβενία, στο σπήλαιο της Postojna με το τρενάκι


Σλοβενία, σπήλαιο Postojna


Ο πρωτέας (Proteus anguinus) ή Olm, μέλος της πανίδας του σπηλαίου. Πρόκειται για αμφίβιο το οποίο δεν αποχωρίζεται ποτέ το υπόγειο, σκοτεινό νερό των σπηλαίων, μπορεί να επιβιώσει χρόνια χωρίς τροφή και ζει περίπου 100 χρόνια

Μετά την επίσκεψη στο σπήλαιο, ξεκίνησαμε το ταξίδι μας για τις Δολομιτικές Άλπεις, τμήμα των ιταλικών Άλπεων. Μία σύντομη στάση να πλύνουμε με… εμφιαλωμένο νερό το αυτοκίνητο, καθώς από τη σκόνη στους χωματόδρομους δεν φαινόταν ούτε το χρώμα και πίσω στο δρόμο μας. Στο πλυντήριο αυτοκινήτων που σταματήσαμε μάλλον βαριούνταν και μας είπαν ότι είναι χαλασμένο. Η απόσταση από την Postojna στην Corvara είναι 350 χλμ, περίπου 4 ώρες, αφού το τελευταίο τμήμα της διαδρομής είναι ορεινό.

Στις Άλπεις όπως καταλάβατε θα μέναμε στην Corvara (Κορβάρα). Φθάσαμε νύχτα όπως ήδη είπαμε, οπότε δεν είδαμε και πολλά. Είπαμε εις αύριον τα σπουδαία και πήγαμε για ύπνο.

Tο επόμενο πρωί θα μας μείνει αξέχαστο. Ξημέρωνε μία λαμπερή ημέρα, οι κορυφές διαγράφονταν ένα γύρω ολοκάθαρα στον ορίζοντα, τα καταπράσινα αλπικά λιβάδια χρύσιζαν στον πρωινό ήλιο, ένα ποτάμι έτρεχε σχεδόν μπροστά από το ξενοδοχείο διασχίζοντας την πόλη και όλα αυτά τα βλέπαμε από το σκιερό και γεμάτο λουλούδια μπαλκόνι μας, όπου απολαύσαμε τον πρώτο καφέ της ημέρας. Βέβαια το μπαλκόνι μας δεν ήταν το μόνο γεμάτο λουλούδια, καθώς σχεδόν όλες οι προσόψεις των κτηρίων στην πόλη είχαν την ίδια ακριβώς εμφάνιση. Το θέαμα ήταν σχεδόν συγκλονιστικό και ως Έλληνες μάλλον βρισκόμασταν στα όρια της κατάθλιψης για τη χώρα μας, μιλώντας εδώ για το χτισμένο περιβάλλον. Από το μπαλκόνι μας φαίνονταν επίσης τα λιφτ που ανέβαζαν τον κόσμο στις κορυφές. Έτσι κατατοπιστήκαμε πλήρως για το που ακριβώς έχουμε να πάμε, πήραμε το πρωινό μας, φορτωθήκαμε τον εξοπλισμό και φύγαμε για λίγο αλπικό περπάτημα, hiking που λέμε και στα χωριά μας.

Στα λιφτ πήγαμε περπατώντας αφού ξεκινούσαν μέσα από την πόλη. Όταν λέμε λιφτ εννοούμε κλειστά κρεμαστά βαγονέτα που οι Ιταλοί αποκαλούν γόνδολες (gondola). Η ανάβαση φυσικά ήταν τα μισά λεφτά, προσφέροντάς μας ένα ακόμα υπερθέαμα στη γύρω περιοχή. Σε περίπου 20 λεπτά είμασταν επάνω, όπου πήραμε το δρόμο για τη λίμνη Boé, μία μικροσκοπική, κουκλίστικη αλπική λίμνη. Η διαδρομή δεν ήταν ιδιαίτερα μακριά, αλλά την είχε την ανηφόρα του. Περπατήσαμε λίγο ακόμα και πήραμε τη γόνδολα της επιστροφής, καθώς η καφετέρια εκεί ήταν ρεζερβέ-πριβέ λόγω μάλλον της δεξίωσης κάποιου γάμου και η ανάγκη για καφέ είχε αρχίσει να γίνεται επιτακτική. Αν αποφασίσετε να ανεβείτε στις κορφές ή έστω στα υψίπεδα που οδηγούν οι γόνδολες, μην ξεχάσετε να έχετε κάποιο αδιάβροχο μαζί σας και κάποιο πιο βαρύ ρούχο από το φανελάκι, καθώς ο καιρός είναι τρελλός εκεί επάνω και αλλάζει διάθεση πολύ γρήγορα.

Απολαύσαμε τον καφέ μας στην πόλη και πήραμε το δρόμο για το ορεινό πέρασμα Passo Gardena (Gardena Pass). Ο δρόμος εκεί περνάει στα 2121 μέτρα ύψόμετρο, ενώνοντας ουσιαστικά την Val Badia που βρίσκεται η Corvara με την Val Gardena που βρίσκεται η πόλη του Ortisei. Το να βρεθείς σε ένα ορεινό πέρασμα στις Δολομιτικές Άλπεις είναι από τα πράγματα που πραγματικά αξίζει να κάνεις. Βέβαια και εδώ, όπως παντού ήταν γεμάτο από λιφτ, ανοιχτά καθισματάκια και γόνδολες. Κάναμε και εδώ ένα μικρό περπάτημα στην πλαγιά και φύγαμε για το Οrtisei. Το Ortisei είναι μία μεγαλούτσικη πολή για την περιοχή και φάνηκε να προϋπήρχε του τουρισμού, ο οποίος είναι και ο λόγος που δημιουργήθηκαν οι περισσότεροι οικισμοί στις Δολομιτικές Άλπεις. Επίσης είναι και μία όμορφη πόλη με αξιόλογα κτήρια. Βέβαια γινόταν χαμός από κόσμο, όπως και παντού βέβαια. Ο τουρισμός στους Δολομίτες δεν σταματά ποτέ. Η περιοχή είναι γεμάτη επισκέπτες χειμώνα καλοκαίρι. Αλλά όταν λέμε γεμάτη, εννοούμε δεν πέφτει καρφίτσα. Απολαύσαμε λοιπόν ένα κοκταιήλ στο Ortisei μετά την σύντομη εξερεύνηση, ξαναγυρίσαμε στο ορεινό πέρασμα Passo Gardena το οποίο είχε ηρεμήσει από κόσμο, αφού η ώρα είχε αρχίσει και πέρναγε, πήραμε το δείπνο μας με θέα τις κορυφές και η ώρα να κάνουμε αυτό για το οποίο είχαμε έρθει είχε φτάσει. Λίγα λεπτά πριν δύσει ο ήλιος μία λαμπερή ημέρα, οι κορυφές βάφονται κόκκινες από τις τελευταίες αποχρώσεις που παίρνει το φως. Προφανώς είναι η καλύτερη εικόνα που μπορείς να δεις στις Δολομιτικές Άλπεις. Βγάλαμε τις φωτογραφίες μας, μαζέψαμε τον εξοπλισμό και γυρίσαμε στην Corvara. Είχε νυχτώσει, άρα ώρα για... shopping! Τα μαγαζιά στην Κορβάρα έχουν ένα πολύ περίεργο ωράριο. Ανοίγουν λίγες ώρες το πρωί, περίπου 10-12:00, μετά κλείνουν και δικαίως αφού δεν κυκλοφορεί ψυχή στην πόλη και ξανανοίγουν κατά τις 7:00 το απόγευμα, όταν όλοι βγαίνουν για τη βόλτα τους. Στο Ortisei ήταν ανοιχτά και στη μέση της ημέρας. Αυτά το καλοκαίρι.

Στις Άλπεις δεν έχουν κανονικά βενζινάδικα, είναι όλα με αυτόματο πωλητή. Σταματάς σε μία αντλία, πηγαίνεις στο κεντρικό μηχάνημα και βάζεις την κάρτα και το pin σου καθώς και το νούμερο της αντλίας (είχε οδηγίες στα αγγλικά), την αναγνωρίζει, επιστρέφεις στην αντλία, βάζεις και σε χρεώνει ανάλογα. Στο τέλος στο κεντρικό μηχάνημα βγαίνει η απόδειξη. Βρήκαμε μεγάλες αποκλίσεις στην τιμή της βενζίνης στην Ιταλία, από 1.69 ως και 2.20 (τιμές πριν τον πόλεμο στον κόλπο). Στις Άλπεις ήταν από τις πιο ακριβές. Στα πάρκινγ μπαίνεις, παίρνεις χαρτάκι, πληρώνεις μετά σε μηχάνημα με κάρτα και έχεις 10 λεπτά να την κάνεις. Οι κουζίνες στις Άλπεις ανοίγουν κατά τις 7:00 και κλείνουν μπορεί και νωρίτερα από τις 9:00.  


Δολομιτικές Άλπεις, Corvara


Corvara, στο ποτάμι που διασχίζει την πόλη


Ανεβαίνοντας στις κορφές με τη γόνδολα από την Corvara


Πανόραμα Δολομιτικών Άλπεων στα 2100 μέτρα περίπου


Αλπική λίμνη Boe, υψόμετρο 2252 μέτρα 


Δολομιτικές Άλπεις, στο βάθος η Val Badia


Δολομιτικές Άλπεις, προς μεγάλη μας έκπληξη η κτηνοτροφία δείχνει να παραμένει ζωντανή


Κατεβαίνοντας στην Corvara με τη γόνδολα


Δολομιτικές Άλπεις, Corvara


Corvara λουλουδιασμένη


Corvara, σχεδόν όλες οι προσόψεις ήταν γεμάτες λουλούδια 
κατά την προσφιλή πρακτική των κατοίκων των Άλπεων


Η Val Badia, η κοιλάδα της Corvara, περιτριγυρίζεται από τυπικές κορφές των Δολομιτικών Άλπεων


Κάτω από τις κορυφές στο Passo Gardena


Passo Gardena (2121 μ), τα ορεινά περάσματα είναι από τα καλύτερα 
σημεία να βρεθείς στις Δολομιτικές Άλπεις


Κόντα στις κορυφές, πάνω από το Passo Gardena


Ortisei, εκτός από όμορφη και προσεγμένη πόλη, δείχνει να προυπήρχε του τουρισμού. 
Άλλωστε η πρώτη αναφορά στον οικισμό χρονολογείται στο μακρινό 1288.


Μία πραγματικά όμορφη ατμόσφαιρα κυριαρχεί στο Ortisei


Ortisei, αφήστε λίγο τον κεντρικό δρόμο και περιπλανηθείτε σε πιο απόμερα μέρη της πόλης


Όταν οι κορυφές βάφονται κόκκινες, προφανώς η καλύτερη ώρα στους Δολομίτες

Η επόμενη ημέρα ήταν Κυριακή και η μέρα που θα φεύγαμε, παίρνοντας σιγά σιγά το δρόμο προς το νότο. Οι δρόμοι στις Άλπεις, ως ορεινοί, είναι όπως καταλαβαίνεται θεόστενοι. Το τι γινόταν στο αντίθετο ρεύμα από αυτοκίνητα που ανέβαιναν ευελπιστώντας ότι θα περάσουν την Κυριακή τους στο βουνό, δεν λέγεται. Όταν δε κατεβήκαμε χαμηλά και πιάσαμε εθνική οδό και είδαμε το μήκος του μποτιλιαρίσματος στο ρεύμα που πήγαινε προς τα πάνω, είμασταν σίγουροι ότι για πολλούς η προσπάθεια να περάσουν την Κυριακή τους στο βουνό θα έμενε ευσεβής πόθος.

Επόμενος και τελευταίος σταθμός ήταν η Ραβέννα, στην ανατολική ακτή της Ιταλίας. Από την Corvara στην Ραβέννα χρειαστήκαμε περίπου 4.5 ώρες για 350 χλμ. Η αλήθεια είναι ότι βασανιστήκαμε λίγο να φθάσουμε καθώς εμπιστεύθηκα πάλι υπερβολικά το GPS. Μέγα λάθος. Λίγο πριν την Μπολώνια μας έβγαλε από την εθνική οδό, και μας πήγε στη Ραβέννα από όποιον περισσότερο στενό, απόμερο και ξεχασμένο δρόμο βρήκε. Η Ραβέννα είναι χτισμένη στο δέλτα κάμποσων ποταμών, όπως του Po (Πο - Πάδος) και όλη η περιοχή είναι ένας απέραντος υγροβιότοπος. Τουλάχιστον κάναμε και bird watching στη διαδρομή. Όμως όταν φθάσαμε στο ξενοδοχείο διαπιστώσαμε ένα ακόμα πρόβλημα. Από τη δροσιά των Άλπεων όπου το βράδυ χρειαστήκαμε μπουφάν, είχαμε να αντιμετωπίσουμε μία απίστευτη ζέστη, με συνδυασμό άπνοιας και υψηλότατης υγρασίας. Ούτε η λέξη χαμάμ δεν μπορεί να αποδώσει την αίσθηση της ατμόσφαιρας. Επιπλέον είχαμε και να περπατήσουμε ως την παλιά πόλη καθώς δεν είχαμε βρει ξενοδοχείο πολύ κοντά. Κανονικά βέβαια ήταν μία απόσταση που μια χαρά έκανες με τα πόδια, αλλά κάτω από αυτές τις συνθήκες μέσα στο μεσημέρι που καιγόταν η άσφαλτος ήταν πραγματικό βασανιστήριο. Τέλος πάντων κάποια στιγμή φθάσαμε στην παλιά πόλη, κάθιδροι και επιτέλους θα έβλεπα από κοντά τα θαυμάσια και μοναδικά βυζαντινά ψηφιδωτά στον ναό του Αγίου Βιτάλιου. Αν θυμάστε οι παλαιότεροι το βιβλίο της ιστορίας που είχε στο εξώφυλλο, αν δεν κάνω λάθος, ένα ψηφιδωτό με τον Ιουστινιανό ή τη Θεοδώρα ή και τους δύο, αυτό ήταν από τον Άγιο Βιτάλιο. Ήταν κάτι που είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου, αν ποτέ περάσω κοντά από τη Ραβέννα θα την επισκεφθώ σίγουρα. Επισκεφθήκαμε λοιπόν τον Άγιο Βιτάλιο, συγκλονιστήκαμε πραγματικά και συνεχίσαμε με τον ναό του Αγίου Απολινάριου, με τα επίσης βυζαντινά και εξαιρετικής τέχνης ψηφιδωτά. Εξερευνήσαμε την πόλη, κυρίως προς ανακάλυψη μεσαιωνικών παλατιών και εν γένει κτισμάτων, όχι και ιδιαίτερα επίμονα όμως, καθώς οι συνθήκες δεν το επέτρεπαν και καθίσαμε στην Piazza del Popolo να απολαύσουμε ένα aperol spritz και το γεύμα μας. Τώρα με αυτή ζέστη, η επιλογή αλκοολούχου ποτού δεν ήταν ότι καλύτερο, αλλά στην Ιταλία είμασταν, τι να πίναμε; Περιττό να πούμε ότι όλοι οι Ιταλοί το ίδιο παράγγελναν το απόγευμα. Η τιμή εδώ ήταν ακόμα φθηνότερη από την Βερόνα, οπότε όταν το παραγγείλαμε και στην Ελλάδα μετά από μερικές ημέρες, εκεί ήταν που μας ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι την ώρα που ήρθε ο λογαριασμός. Στο ξενοδοχείο βέβαια φθάσαμε κακήν κακώς, αφού η θερμοκρασία και η αίσθηση αυτής ήταν μάλλον ακόμα χειρότερη από το μεσημέρι, συν το ότι είμασταν φαγωμένοι και καταπονημένοι. Κλειστήκαμε στο δωμάτιο, βάλαμε το αιρκοντίσιον στο φουλ, κάτι που δεν κάνουμε ποτέ και επιβιώσαμε.

Η Ραβέννα είναι μία ακόμα όμορφη ιταλική πόλη. Όμως δεν είναι ιδιαίτερα προσεγμένη. Δεν είναι πολύ καθαρή, τα παρτέρια και οι νησίδες ήταν εμφανώς απεριποίητα, σου έδινε την εντύπωση φρεσκοεγκαταλειμμένης πόλης. Στην παλιά πόλη είχαν προλάβει να ξεφυτρώσουν μερικά εκτρώματα, προφανώς στη θέση κάποιων αρχιτεκτονικών κοσμημάτων, ενώ αυτό που έκανε χείριστη εντύπωση ήταν η άσφαλτος που βρισκόταν σχεδόν παντού και μάλιστα από κτήριο σε κτήριο χωρίς να μεσολαβούν πεζοδρόμια, καλύπτοντας τα παλιά καλντερίμια. Σε λίγους δρόμους σωζόταν το καλντερίμι και αρκετά κτήρια βρίσκονταν σε κακή κατάσταση. Τέλος πάντων, αυτά ισχύουν για τη Ραβέννα που βρίσκεται στην Ιταλία, γιατί αν βρισκόταν στην Ελλάδα θα την πασάραμε σαν ένα μοναδικά διατηρημένο αρχιτεκτονικό σύμπλεγμα που όμοιό της δεν υπάρχει στον κόσμο όλο.

Μοναδικός ο ναός του San Vitale (Άγιος Βιτάλιος) μία περίκεντρη βασιλική, πρότυπο για το ανακτορικό παρεκκλήσι του Καρλομάγνου στο Άααχεν, ολοκληρώθηκε το 548, επί του Βυζαντινού Εξαρχάτου της Ραβέννας. Ξεκίνησε να χτίζεται το 527 μΧ επί της κυριαρχίας των Οστρογότθων του Θεοδώριχου (Theodoric). Ο ψηφιδωτός διάκοσμος είναι αξεπέραστος και βέβαια σε στενή σχέση με το αίσθημά μας αν θεωρούμε το βυζάντιο μέρος της ιστορίας μας. Και πιστέψτε με το τελευταίο δεν έχει να κάνει καθόλου με τη θρησκεία. Στον περιβάλλοντα χώρο του ναού είναι χτισμένο το μαυσωλείο της Galla Placidia, κόρης του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄, γνωστού αργότερα ως Μέγα (και αυτός). Μάλιστα η Galla ήταν αυτοκράτειρα της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Πραγματικά η ιστορία της περιόδου είναι τόσο ενδιαφέρουσα και βρισκόταν μπροστά στα μάτια μας.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι βέβαια και η βασιλική Sant’ Apollinare Nuovo (Άγιος Απολλινάριος ο νέος), επίσης με αξεπέραστο ψηφιδωτό διάκοσμο που σχετίζεται τόσο με το βασίλειο των Οστρογότθων και τον Θεοδώριχο, όσο και με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και τον Ιουστινιανό. Χτίστηκε τον 6ο αιώνα.

Επίσης αξίζει να αναζητήσετε την βασιλική Sant’ Apollinare in Classe, την πρώτη βασιλική του Αγίου Απολλινάριου (6ος αιώνας), καθώς και το μαυσωλείο του Θεοδώριχου, μνημειακού μεγέθους ταφικό μνημείο, δηλαδή ολόκληρο κτήριο.

Ακριβώς σαν τη Βερόνα, δεν θα επεκταθούμε περαιτέρω στα αξιοθέατα γιατί το σεντόνι του άρθρου θα γίνει γιγαντοπανό.


Ραβέννα, Άγιος Βιτάλιος (6ος αι)


Ραβέννα, το μαυσωλείο της Galla Placidia


Άγιος Βιτάλιος, το εκπληκτικής τέχνης βυζαντινό ψηφιδωτό 
που απεικονίζει τον Ιουστινιανό με την ακολουθία του


Άγιος Βιτάλιος, στον απέναντι τοίχο από το ψηφιδωτό που απεικονίζει τον Αυτοκράτορα, βρίσκεται αντίστοιχο που απεικονίζει την Θεοδώρα και την ακολουθία της


Άγιος Απολλινάριος (6ος αι). Συγκλονιστικά ψηφιδωτά κοσμούν και τον εν λόγω ναό


Ραβέννα, Piazza del Popolo, μία ακόμα μεσαιωνική πλατεία τέλεια διατηρημένη στην Ιταλία

Η τελευταία μέρα είχε ξημερώσει. Μαζέψαμε τα πράγματα, κάναμε την κατάλληλη διάταξη για το καράβι, δηλαδή τι θα πέρναμε μαζί μας και φύγαμε. Μόλις 172 χλμ και δύο ώρες έμεναν. Το ζήτημα ήταν που θα πηγαίναμε για το τσεκ ιν, που θα αφήναμε το αυτοκίνητο στο λιμάνι και μερικές άλλες παρόμοιου τύπου λεπτομέρειες που δημιουργούν ένα μικρό άγχος. Τα πάντα λύθηκαν με ένα τηλέφωνο στην ναυτιλιακή εταιρία, όπου μάλιστα η κυρία που απάντησε μιλούσε και ελληνικά. Έτσι λοιπόν φθάσαμε στην Ανκόνα, ακολουθήσαμε τις ταμπέλες για το λιμάνι, δηλαδή όλοι εκεί πήγαιναν, βρήκαμε το κτήριο που μας είχε πει, είχε άνετο πάρκινγκ, κάναμε το τσεκ ιν μας, πήγαμε και τουαλέτα και είμασταν έτοιμοι για το καράβι. Πιο συγκεκριμένα, Ancona ferry port ticket office, via(οδός) Luigi Einaudi. 


Ανκόνα, το λιμάνι και μέρος της παλιάς πόλης, άποψη από το καράβι

Το κακό ήταν ότι στον γυρισμό δεν είχαμε βρει καμπίνα και τη βγάλαμε στις αεροπορικές θέσεις. Δεν μπορώ να πω ότι ήταν και η καλύτερη εμπειρία που είχα ποτέ. Η συμβουλή μου είναι μην επιχειρήσετε το ταξίδι χωρίς καμπίνα, είναι λίγο άβολα. Τέλος πάντων μία νύχτα ήταν, πέρασε και ήδη πιάναμε Ηγουμενίτσα. Περίπου 5 ώρες οδήγηση ακόμα και η όμορφη αυτή περιπέτεια είχε λάβει τέλος.

Η Ιταλία ήταν και αυτή λίγο έκπληξη. Νομίζω ότι αυτή τη φορά βρήκαμε μία λίγο διαφορετική χώρα. Την προηγούμενη φορά είχαμε συναντήσει πολύ λίγους που μιλούσαν αγγλικά, ακόμα και σε τουριστικά μέρη, ακόμα και ιδιοκτήτες ή υπάλληλους ξενοδοχείων, και ακόμα λιγότερους με διάθεση να σε εξυπηρετήσουν. Πχ θυμάμαι μία Κυριακή στην Τοσκάνη που είναι κλειστά τα βενζινάδικα, ρωτούσαμε να μας πούνε πως θα βάλουμε βενζίνη με τους αυτόματους πωλητές γιατί όλα ήταν στα ιταλικά, απλά σήκωναν τους ώμους και έφευγαν. Τώρα σχεδόν όλοι οι νεότεροι άνθρωποι μιλούσαν αγγλικά και η διάθεση να εξυπηρετήσουν (πχ σε μία ίδια περίπτωση) ήταν καταφανώς μεγαλύτερη.

Τέτοια ταξίδια συχνά έχουν απρόοπτα που μπορεί να σου χαλάσουν τη διάθεση. Κάποιες φορές τόσο πολύ που να πεις, τι ήθελα και ερχόμουν. Όμως στο τέλος το σημαντικότερο είναι η αίσθηση που μένει ως ανάμνηση από μία τέτοια μικρή περιπέτεια.

Σημαντικά απρόοπτα δεν είχαμε, πιθανώς λόγω και καλού σχεδιασμού. Όποτε το ταξίδι μας άφησε μία πολύ γλυκιά αίσθηση. Επίσης μας έμεινε μία ακόμα αίσθηση. Ότι ζούμε σε ένα κράτος που μας κοροϊδεύουν κάθε μέρα με χίλιους τρόπους και εμείς τους ανεχόμαστε. Δεν ήταν βέβαια η πρώτη φορά που αισθανθήκαμε έτσι, κάθε φορά που γυρίζουμε από κάποια ευρωπαϊκή χώρα το αίσθημα είναι ακριβώς το ίδιο. Ενώ κάθε φορά που πηγαίνουμε εκεί αισθανόμαστε άνθρωποι. Ναι, δεν είναι όλα τέλεια στις άλλες χώρες. Αλλά εμείς με τα μυαλά που κουβαλάμε, εδώ στην «ομορφότερη χώρα του κόσμου», ότι νάναι δηλαδή, δεν πρόκειται να τα δούμε ποτέ, ούτε τα καλά τους ούτε τα κακά τους. Γιατί έχουμε και εμείς μερίδιο ευθύνης εκτός από τους άκρως ανίκανους και διεφθαρμένους άρχοντές μας.

Διανύσαμε περίπου 900 χλμ στην Ελλάδα και περίπου 2200 χλμ Ιταλία και Σλοβενία, σαφώς τα περισσότερα σε εθνικές οδούς. Για την Ελλάδα πληρώσαμε 96.50 ευρώ διόδια και για Ιταλία, Σλοβενία 90.10. Όχι, γιατί κάποτε μας είπαν ότι πληρώνουμε τα ίδια με τους υπόλοιπους ευρωπαίους.

Εις το επανιδείν!